διαναγιγνώσκω

διανα-γιγνώσκω,
A read through, Isoc.12.201, Plb.31.21.9;

Δημόκριτον πάντα δ. Damox.2.13

:—[voice] Pass., D.C.58.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαναγιγνώσκω — (Α) διαβάζω κάτι με προσοχή, απ την αρχή ώς το τέλος …   Dictionary of Greek

  • διανεγνωκότα — διαναγιγνώσκω read through perf part act neut nom/voc/acc pl διαναγιγνώσκω read through perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγινώσκων — διαναγιγνώσκω read through pres part act masc nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγνούς — διαναγιγνώσκω read through aor part act masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγνωσθείς — διαναγιγνώσκω read through aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγνωσθείσης — διαναγιγνώσκω read through aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγνωσθῆναι — διαναγιγνώσκω read through aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγνῶναι — διαναγιγνώσκω read through aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγνόντες — διαναγιγνώσκω read through aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγνόντι — διαναγιγνώσκω read through aor part act masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανέγνω — διαναγιγνώσκω read through aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.